Τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 σκιαγραφούν μια ανησυχητική εικόνα: το 24,2% όλων των παιδιών στην Ε.Ε. διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού – ποσοστό σημαντικά μεγαλύτερο από τους ενήλικες (20,3%). Αν και ο αριθμός αυτός έχει μειωθεί ελαφρώς σε σύγκριση με το 2023 (24,8%), ο απόλυτος αριθμός των 19,5 εκατομμυρίων παιδιών που έχουν προσβληθεί παραμένει ανησυχητικά υψηλός.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα σοβαρή στη Βουλγαρία (35,1%), την Ισπανία (34,6%) και τη Ρουμανία (33,8%). Ακολουθεί η Ελλάδα με 27,9%. Από την άλλη, χώρες όπως η Σλοβενία (11,8%), η Κύπρος (14,8%) και η Τσεχική Δημοκρατία (15,4%) παρουσιάζουν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά – απόδειξη λειτουργίας των κοινωνικών συστημάτων.
Αποφασιστικός παράγοντας είναι το μορφωτικό επίπεδο των γονέων: το 61,2% των παιδιών των οποίων οι γονείς έχουν χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης ζουν σε συνθήκες φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Για τα παιδιά με γονείς υψηλού μορφωτικού επιπέδου, το ποσοστό είναι μόνο 11%. Αυτό σημαίνει εκπαιδευτικό χάσμα άνω των 50 ποσοστιαίων μονάδων – και ακόμη μεγαλύτερο σε 16 χώρες της ΕΕ.
Η κατάσταση στην Ισπανία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Παρά το υψηλότερο ΑΕΠ από την Ελλάδα ή τη Βουλγαρία, το ποσοστό παιδικής φτώχειας παραμένει πολύ υψηλό. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό οφείλεται στην ανεπαρκή κρατική προστασία της οικογένειας.
Το 2021, η Ισπανία επένδυσε μόνο το 1,3% του ΑΕΠ της στην οικογενειακή πολιτική – ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 2,3%. Νέα προγράμματα όπως το ελάχιστο εισόδημα εφ’ όρου ζωής (IMV) δεν έχουν καταφέρει να βελτιώσουν την κατάσταση μέχρι στιγμής. Αντιμετωπίζουν διοικητικά εμπόδια, έλλειψη προσβασιμότητας για μειονεκτούσες ομάδες και περιορισμένη εμβέλεια.
Η έκθεση δείχνει πόσο σημαντικές είναι οι επενδύσεις στην εκπαίδευση και την κοινωνική προστασία – όχι μόνο για την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας, αλλά και για την πρόληψη της μεταβίβασής της από γενιά σε γενιά.