Ο Κωνσταντίνος Αμπατζής όταν συνελήφθη ήταν 16 ετών. Ένας Βουρλιώτης στα αμελέ ταμπουρού είναι ο τίτλος της έκδοσης που περιλαμβάνει τη μαρτυρία του:
«Όσο λοιπόν βρισκόμουν στο τέλος της ομάδας μου, αφού είχα τραυματιστεί στο πόδι και κούτσαινα, μας ακολουθούσαν από κοντά 10-15 Τούρκοι πολίτες εκλιπαρούσαν να τους δώσει ο επικεφαλής 2-5 αιχμαλώτους για να τους σκοτώσουν, όπως έλεγαν.
«[…] Την άλλη μέρα το πρωί ξεκινήσαμε για το χωριό Γκιόρδες το οποίο προοριζόταν για μόνιμη παραμονή μας, για να δουλέψουμε στην ανοικοδόμησή του, αφού είχε καεί από τον ελληνικό στρατό κατά την υποχώρησή του.
»Φτάσαμε το βράδυ και μας κατέβασαν χαμηλά σε ένα ποτάμι όπου στρατοπεδεύσαμε σε έναν ανοιχτό χώρο. Ήταν τότε τέλη Σεπτεμβρίου.
»Από την άλλη μέρα άρχισαν οι εργασίες. Έρχονταν Τούρκοι πολίτες και ζητούσαν ορισμένους για επιδιόρθωση των κατεστραμμένων από τη φωτιά σπιτιών τους. Ζητούσαν χτίστες, μαραγκούς, σοβατζήδες, και γενικά οικοδόμους, οι οποίοι εργάζονταν όλη την ημέρα μόνο για λίγο φαγητό το πρωί και λίγο το μεσημέρι. Αυτή ήταν η αμοιβή τους για εργασία ολόκληρη την ημέρα.
»Οι υπόλοιποι που έμειναν πήραν γκασμάδες και φτυάρια και έσκαβαν το ποτάμι. Το συσσίτιο αποτελείτο από λίγο αλεύρι το πρωί και νερό το βράδυ και κάπου 10 οκάδες μελιτζάνες για να φάνε γύρω στους 1.800 άνθρωποι.
»Και συνεχιζόταν η παραμονή μας στο ποτάμι, το δε βράδυ ξαπλώναμε με τα εσώρουχα, όπως ήμασταν στο χώμα χωρίς κανένα σκέπασμα.
»Έβρεχε και βρεχόμασταν. Χιόνιζε και γινόμασταν άσπροι από το χιόνι. Και όταν έκανε παγωνιά τα πουκάμισά μας και οι φανέλες μας κοκάλιαζαν και περιμέναμε να βγει ο ήλιος για να μαλακώσουν.
»Αυτό γινόταν μέχρι τέλος Δεκεμβρίου του 1922 όσον αφορά εμένα. Και ενώ οι άλλοι είχαν μείνει στις θέσεις τους, μας πήραν, μία ομάδα από 50 άτομα, για να οικοδομήσουμε ένα τζαμί. Και η ειρωνεία της τύχης είναι ότι χαλάσαμε μία εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους και με τα υλικά της χτίζανε το τζαμί. Έτσι καθίσαμε εκεί μέχρι την 25η Μαρτίου του 1923, οπότε αναχωρήσαμε επιστρέφοντας στην πόλη Αξάριο.
»Κατά την παραμονή μας στην Γκιόρδες και όσο διαρκούσε η κατασκευή του τζαμιού, μέναμε τη νύχτα σε μια ξύλινη παράγκα στο μέσον της οποίας είχαμε βάλει ένα βαρέλι που είχαμε μετατρέψει σε σόμπα. Τους υπόλοιπους που έμεναν στο ποτάμι τους μετέφεραν σε ένα λουτρό το οποίο δεν λειτουργούσε. Έκανε βέβαια κρύο, αλλά τουλάχιστον προφυλάγονταν από τα στοιχεία της φύσης (βροχή, χιόνια κλπ).
»Εκεί στο χωράφι που μένανε και κοιμόντουσαν, αγκάλιαζε ο ένας τον άλλον και πολλές φορές αυτός που αγκάλιαζες τύχαινε να είναι παγωμένος επειδή είχε πεθάνει, γιατί από τους 1.800 που είχαμε φτάσει, μείναμε περίπου 800.
»Οι άλλοι 1.000 πέθαναν από διάφορες ασθένειες. Περίπου 10-15 άτομα πέθαιναν κάθε μέρα και όσοι ήταν νεκροί, τόσους έβγαζαν κάθε μέρα για να τους θάψουν και υποχρέωναν κάθε ζωντανό να πάρει έναν νεκρό και να τον μεταφέρει σε απόσταση 300-400 μέτρων για να τους βάλουν όλους μαζί σε έναν κοινό λάκκο.
»Ο πιο εύκολος τρόπος μεταφοράς ήταν ο εξής: Έπιανες τον νεκρό από τα πόδια, τα έβαζες κάτω από τις μασχάλες σου και τον τραβούσες με το κεφάλι στο έδαφος.
»Και καθώς προχωρούσα, πόσες φορές είχα σταματήσει και κοίταζα τον νεκρό μονολογώντας “Καημένε άνθρωπε, πόσους προσφιλείς να έχεις για να σε κλάψουν, κι όμως εσύ πηγαίνεις άκλαυτος”.
»Σ’ εμάς δεν έκαναν εντύπωση (οι νεκροί), γιατί περιμέναμε από μέρα σε μέρα να πεθάνουμε κι εμείς με τη σειρά μας. Πιστεύαμε πως θα παθαίναμε τα ίδια και εμείς και κανείς δεν συγκινιόταν από αυτήν την προοπτική».
Γεωργία Βορύλλα
1 Comment
Στο βιβλίο του “το νούμερο 31328” ο Ηλίας Βενέζης περιγράφει ξεκάθαρα όλο το δράμα των αιχμαλώτων…
Ο προπάππους μου ο Γρηγόρης Κολλάρας από το ΒΑΘΥ της Μικρας Ασίας (νυν Τουράν), Απήχθη από τους τούρκους στρατιώτες για να σταλεί στα τάγματα του θανάτου (αμελέ ταμπουρού), Όταν ο παππούς μου Νικόλαος Κολλάρας, ήταν μόλις Σαράντα ημερων…
(Δεν επέστρεψε ποτέ….)
Ως ελάχιστο φόρο τιμής στην μνήμη του και την μνήμη όλων όσων είχαν την ίδια τύχη αφιερώνω το άρθρο σας αυτό όπως και το βιβλίο αληθινή ιστορία του Ήρωα Ηλία Βενέζη…!