Τα κλειδιά
Από τα απομνημονεύματα της αδελφής Μαρίας Κρασνοτσβέτοβα (1879 – 1971)
Μια νύχτα ένοιωθα τόσο αφόρητα [το περιστατικό έλαβε χώρα στη φυλακή], που η σκέψη της αυτοκτονίας άρχισε να περνάει από το μυαλό μου, που τα έχει εντελώς χαμένα. Δίπλα μου βρισκόταν η μοναχή Μαστριδία. Την ξυπνάω και την ικετεύω: «Μαρφούνια, μίλησέ μου, χάνω τις δυνάμεις μου, όλα μέσα μου νεκρώνονται, είμαι έτοιμη να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο!»
Η Μαρφούνια σηκώθηκε. Ήταν μια απλή μοναχή που έκανε τις πιο δύσκολες δουλειές, πράα, όπως το μικρό παιδί. Οπότε αυτή μου απαντάει:
– Μα, αδελφή, εσείς είστε μορφωμένη, ενώ εγώ δεν ξέρω τίποτα, τι να πω…
– Μαρφούνια, έλα, πες μου ο,τιδήποτε, μόνο διώξε τις σκέψεις μου μακριά από μένα. Λοιπόν, πες μου πώς περνούσες στο μοναστήρι, πώς αποφάσισες να πας εκεί…
– Πώς αποφάσισα; Με έφεραν από το χωριό σε ηλικία οκτώ χρονών και έμεινα εκεί για πάντα. Εσείς, αδελφή, μην θλίβεστε! Να προσεύχεστε στον Άγιο Νικόλαο τον Θαυματουργό, θα σας βοηθήσει. Ακούστε τι μου συνέβη…
Και άρχισε την υπέροχη διήγησή της, που τότε με ενθάρρυνε και με δυνάμωσε, με γλύτωσε από την απόγνωση.
– Λοιπόν, αδελφή, όταν μας έδιωξαν από το μοναστήρι, ζούσα τότε με την τυφλή αδελφή μου. Την έφεραν και εκείνη από το χωριό, όταν μεγάλωσα και άρχισα να δουλεύω στους λαχανόκηπους της Μονής. Πηγαίνουμε λοιπόν με την αδελφή μου στο Τομπόλσκ, χωρίς να ξέρουμε πού να πάμε. Δεν έχουμε τίποτα, μόνο ένα σακίδιο με ψωμί και πουκάμισα. Φτάνουμε στην πόλη. Πού να πάμε; Πήγαμε στην εκκλησία. Ήταν σε εξέλιξη η ιερή ακολουθία. Είδα εκεί μια μεγάλη εικόνα του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού. Έπεσα μπροστά του: «Παππούλη, σώσε μας! Πού να πάμε;» Προσεύχομαι, κλαίω. Η ιερή ακολουθία τελείωσε. Ο κόσμος φεύγει, αλλά εγώ συνεχίζω όρθια και προσεύχομαι. Έρχεται ο παππούλης, με κοιτάζει και μου λέει:
«Είσαι μοναχή, σωστά;»
«Ναι, παππούλη».
«Μήπως θέλεις να μείνεις εδώ να δουλεύεις, να καθαρίζεις την εκκλησία;»
Εγώ όμως δεν μπορούσα να μιλήσω από τη χαρά μου:
«Ναι, παππούλη…»
«Ωραία, λοιπόν, μείνε. Θα σου δώσω ένα δωμάτιο κάτω από το καμπαναριό».
«Παππούλη, έχω μια τυφλή αδελφή».
«Εντάξει, τότε θα μένετε μαζί».
Ήρθε επίτροπος και μου έδειξε πώς να κλειδώνω την εκκλησία. Η κλειδαριά ήταν μυστική: άνοιγε με κλειδί, αλλά κλειδωνόταν χωρίς κλειδί. Δεν μπορούσα να πιστέψω σε αυτά που γίνονταν, λες και ήμουν σε όνειρο: Άραγε, είναι αλήθεια ότι ο άγιος του Θεού με είχε τακτοποιήσει; Και αρχίσαμε να ζούμε με την αδελφή μου κάτω από το καμπαναριό. Δόξα σοι, Κύριε! Χορτάτοι και κάτω από στέγη. Άρχισα, αφού καθάριζα την εκκλησία, να κάνω κάθε μέρα τρεις μετάνοιες μπροστά στην εικόνα του αγίου. Έτσι ζούσαμε και χαιρόμασταν.
Μια φορά ο παππούλης και ο εκκλησιαστικός επίτροπος ήρθαν όχι για να λειτουργήσουν, αλλά για να πάρουν από την εκκλησία τους καταλόγους των πιστών, τους οποίους τους είχαν ζητήσει. Ο παππούλης πολύ στεναχωρημένος, μου λέει: «Μαστριδία, δώσε μου γρήγορα τα κλειδιά της εκκλησίας!» Έψαχνα με τα χέρια στη ζώνη μου, όπου τα είχα πάντα κρεμασμένα, αλλά έλειπαν από εκεί. Έτρεξα στο δωμάτιο: μήπως τα κρέμασα στον τοίχο; Όχι. Θεέ μου, πού τα έβαλα; Φοβήθηκα πολύ και είπα: «Δεν ξέρω, παππούλη, δεν τα βρίσκω τα κλειδιά».
Ο παππούλης και ο επίτροπος θύμωσαν: «Τι ανόητη που είσαι! Τόσο σημαντικό πράγμα και δεν μπόρεσες να το τακτοποιήσεις όπως θα έπρεπε. Ψάξε καλύτερα, μάλλον σου είχαν πέσει κάπου!» Τρέχω γύρω από την εκκλησία, ψάχνω παντού. Την ώρα που έψαχνα στο γρασίδι, κοίταξα στο παράθυρο, από όπου φαινόταν η εικόνα του Αγίου Νικολάου. Σκέφτηκα να προσευχηθώ, θα με βοηθήσει ο Άγιος! Κοιτάζω και τι να δω! Βλέπω τα κλειδιά μου να βρίσκονται στο χαλάκι μπροστά από την εικόνα. Την ώρα που είχα κάνει τρεις μετάνοιες, μου είχαν πέσει, αλλά δεν το άκουσα.
Κλείδωσα την εκκλησία χωρίς κλειδί και πήγα ήσυχα να πιω το τσάι μου. Ω, τι έπαθα! Τρέχω στο προαύλιο. Ο παππούλης και ο επίτροπος ήταν πολύ θυμωμένοι, κρίμα για την κλειδαριά! Πού να βρεθεί άλλη τέτοια κλειδαριά. Τους φωνάζω: «Παππούλη, τα βρήκα τα κλειδιά!» – «Πού, πού;» – «Να τα, κοιτάξτε». Και τους τα έφερα στο παράθυρο. Είδαν ότι τα κλειδιά ήταν εκεί, αλλά πώς να τα πάρουν; Ο επίτροπος άρχισε να γκρινιάζει: «Δεν χρειαζόμαστε τέτοιες εργάτριες! Πώς να τα πάρουμε τώρα, θα πρέπει να σπάσουμε την κλειδαριά».
Φεύγουν και οι δυο για να βρουν τίποτε εργαλεία για να σπάσουν την κλειδαριά. Και εγώ, σε μεγάλη θλίψη, πηγαίνω πάλι στο παράθυρο για να προσευχηθώ. Δεν ήξερα τι έλεγα! Είχα τρελλαθεί από αυτό που είχε συμβεί: φοβόμουν πολύ ότι θα μας έβγαζαν πάλι έξω στο δρόμο.
Προσεύχομαι: «Άγιε του Χριστού, λυπήσου εμένα και την τυφλή αδελφή μου, θα μας διώξουν πάλι! Δώσε μου τα κλειδιά, δεν είναι δύσκολο για σένα!» Και λέω κλαίγοντας: «Όχι, ο Άγιος Νικόλαος δεν με ακούει!» Και πηγαίνω να βρω την αδελφή μου για να προσευχηθούμε μαζί. Φτάνω στο προαύλιο. Το δωμάτιό μας ήταν στο προαύλιο κάτω από το καμπαναριό. Κοιτάζω την πόρτα της εκκλησίας και βλέπω ότι τα κλειδιά είναι στην κλειδαριά! Άρχισα να φωνάζω. Ούτε που θυμάμαι τι έλεγα – ευχαριστούσα τον Άγιο.
Πάνω στη στιγμή φτάνουν πάλι ο παππούλης και ο επίτροπος. «Γιατί φωνάζεις;» – «Κοιτάξτε, ο Άγιος Νικόλαος μου έδωσε τα κλειδιά!» Ο παππούλης και ο επίτροπος χλώμιασαν και οι δύο. Ανοίγουν σιωπηλά την εκκλησία, ο παππούλης φοράει το πετραχήλι και στέκει μπροστά στην εικόνα του Αγίου Νικολάου για να τελέσει προσευχή ευγνωμοσύνης. Έτσι συνέχισα να δουλεύω εκεί, μέχρι που συνέλαβαν τον παππούλη και έκλεισαν την εκκλησία.
Με αυτή την ιστορία με παρηγόρησε πολύ η απλή, σχεδόν αγράμματη, μοναχή Μαστριδία. Αμέσως μετά μου διάβασε από μνήμης τους Χαιρετισμούς του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού, για τον οποίο είχε κάνει τάμα να τους διαβάζει μέχρι το θάνατό της. Την επόμενη μέρα με παρηγόρησε ο άγιος Νικόλαος, καθώς έλαβα ένα γράμμα από την κόρη μου: «Μαμάκα, έφτασα, μην ανησυχείς, τα παιδιά είναι μαζί μου».
Η σωτηρία από βιαστές
Σε ένα χωριό, δύο χιλιόμετρα από την πόλη Πένζα, ζούσε μια ευσεβής κοπέλλα που ευλαβούταν ιδιαίτερα τον Άγιο Νικόλαο. Σχεδόν κάθε μέρα διάβαζε τους Χαιρετισμούς του. Ορισμένοι δικοί της άνθρωποι την επέκριναν, λέγοντάς της ότι παρακάμπτει τον Θεό και προσφεύγει μόνο στον Άγιο Νικόλαο. Η κοπέλλα τους απαντούσε λέγοντας ότι θεωρούσε τον εαυτό της ανάξιο να απευθύνεται απευθείας στον Θεό και γι’ αυτό ζητούσε τη βοήθεια του Αγίου.
Η κοπέλλα αυτή δούλευε στη λάντζα σε ένα νοσοκομείο της Πένζα και κάθε βράδυ πήγαινε στο σπίτι στο χωριό της. Για να πηγαίνει εκεί έπρεπε να περνάει μέσα από δάσος. Για αυτόν τον λόγο η κοπέλλα πάντα προσπαθούσε να πηγαίνει μαζί με μια φίλη της από το ίδιο χωριό. Αλλά τον Απρίλιο του 1968, μια φορά αναγκάστηκε να πάει μόνη της.
Στην έξοδο από την πόλη προς το χωριό υπήρχε ένα πολύ στενό πέρασμα ανάμεσα σε σπίτια. Περνώντας από αυτό το πέρασμα, η κοπέλλα είδε μπροστά της τα φώτα ενός φορτηγού και κόλλησε με την πλάτη της στον τοίχο ενός σπιτιού για να μη την χτυπήσει. Την ώρα που το φορτηγό περνούσε δίπλα της, ξαφνικά κάποια χέρια την άρπαξαν από τους ώμους και την έσυραν μέσα στην καμπίνα. Αμέσως της έβαλαν ένα σάκο στο κεφάλι. Το φορτηγό έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Η κοπέλλα άρχισε να προσεύχεται με όλη της τη δύναμη στον Άγιο Νικόλαο να την βοηθήσει. Μετά από λίγο, ένας άντρας είπε στον άλλο:
– Βγάλ’ της το σάκο! Τι την θέλουμε έτσι που είναι!
Της έβγαλαν το σάκο και της έβαλαν φίμωτρο. Η κοπέλλα είδε ότι κατευθύνονταν προς το δάσος, όχι όμως προς την κατεύθυνση του χωριού της. Άρχισε να ικετεύει τον Άγιο ακόμα πιο έντονα. Προσευχόταν όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή της.
Ξαφνικά, το όχημα σταμάτησε τόσο απότομα που έπεσε από το κάθισμα.
Η πόρτα της καμπίνας άνοιξε και μπροστά της στεκόταν ο ίδιος ο Άγιος Νικόλαος.
Της έτεινε το χέρι, την έβγαλε από την καμπίνα, την ηρέμησε, της έδωσε να πιει νερό και μετά της έδειξε το δρόμο για το σπίτι της και της είπε να φύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Στη συνέχεια, ο άγιος έγινε αόρατος.
Η κοπέλλα έτρεξε στο μονοπάτι που της υπέδειξε ο Άγιος, την ώρα που από πίσω της άκουγε απελπισμένες φωνές: «Φωτιά, καιγόμαστε!»
Το πρωί, όταν πήγε στη δουλειά, διηγήθηκε το νυχτερινό περιστατικό στην προϊσταμένη της, η οποία ήταν και αυτή πιστή. Εκείνη της είπε ότι είχαν φέρει στην πόλη δύο καμένους και παράλυτους άνδρες, τους οποίους, όπως έλεγαν, είχε χτυπήσει κεραυνός, και συμβούλεψε την κοπέλλα να πάει να τους αναγνωρίσει, πράγμα που και έκανε.
Στη συνέχεια, η κοπέλλα πήγε στον επιχώριο επίσκοπο (επίσκοπο Θεοδόσιο (Πογκόρσκι), 1909–1975) και του διηγήθηκε το θαύμα που της είχε συμβεί. Ο επίσκοπος της είπε να το διηγηθεί σε όσο περισσότερους μπορούσε, για να δοξαστεί ο Άγιος και να εδραιωθεί η πίστη.
Προφανώς, η κοπέλλα ήταν ταπεινή, γι’ αυτό και ο άγιος Νικόλαος της εμφανίστηκε με αυτόν τον τρόπο. Η απαλλαγή της θα μπορούσε να είναι λιγώτερο φανερή.
5 Comments
Τί όμορφες διηγήσεις!
Τί έχουν τραβήξει στήν τότε Σοβιετική Ένωση οι πιστοί, αλλά καί οι κληρικοί καί οι Μοναχοί καί οι Μοναχές, από τό άθεο καί σκληρό έως απάνθρωπο κομμουνιστικό σύστημα τόσες καί τόσες δεκαετίες….
Στήν Πατρίδα μου, ευλαβούμαστε πάρα πολύ τόν Άγιο Νικόλαο καί δύσκολα θά υπάρξει Ι. Ναός που νά μήν τόν έχει Αγιογραφημένο.
Μπορεί νά διαφέρει κάπως στήν τεχνοτροπία από τόν Βυζαντικό τρόπο απεικονίσης, αλλά καί πάλι έχει τήν χάρη του καί κερδίζει αμέσως τόν σεβασμό από όλο τό ποίμνιο.
Αφού σας ευχαριστήσω πάρα πολύ γιά τήν τόσο ωραία αυτή διήγηση, είναι ευκαιρία νά σας πώ ότι καί τόν Άγ. Δημήτριο ευλαβούμαστε ιδιαιτέρως καί τόν αποκαλούμε Ντιμίτρι Σαλούνσκυ, δηλαδή ο Δημήτριος ο Θεσσαλονικιός!
Καλά Χριστούγεννα καί καλή Πρωτοχρονιά νά έχετε μέ τίς Οικογένειές σας καί κάθε ευλογία στό σπιτικό σας!
Αγαπητή Λίλια Βασίλιεβνα Στολύπινα με το ιστορικό αυτό σας όνομα, καλή σας ημέρα!
Σας ευχαριστώ πολύ για το σχόλιό σας και για τα όσα πολύτιμα είχατε την καλοσύνη να παραθέσετε! Μείνετε κοντά μας γιατί θα υπάρξει συνέχεια για τον Άγιο Νικόλαο και την Ρωσσία.
Καλά Χριστούγεννα σας εύχομαι από καρδιάς!
Καλή σας ημέρα!
Υ.Γ. Πολύ σύντομα θα έχουμε στο ιστολόγιο μία έκπληξη για εσάς.
Πράγματι τά Θαύματα του Αγίου Νικόλαου είναι δύσκολο νά τά απαριθμήσει κανείς!
Τό ένα πιό συγκλονιστικό καί φοβερό από τό άλλο!
Όσο τά διαβάζει κανείς τόσο μένει άφωνος καί ενεός!
Κυρία Μαριγώ Ζαραφοπούλα από καρδιάς σας ευχαριστούμε γιά τίς υπέροχες αυτές αναρτήσεις που μας δίνετε!
Καλά καί γεμάτα υγεία καί χαρά ευλογημένα Χριστούγεννα νά έχετε, εσείς καί οι οικείοι σας μέ τήν χάρη του Αγίου Νικολάου!
Αγαπητή κυρία Φιλοθέη καλή κι ευλογημένη ημέρα!
Σας ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σας και αντεύχομαι από την καρδιά μου σε εσάς και τους αγαπημένους σας!!
Τι να πρωτοπείς για τον Άγιο Νικόλαο και ποιά του θαύματα να πρωτο-απαριθμήσεις, όπως είπατε.
Άγιος πολυαγαπητός και προστάτης κραταιός! Θέλετε για τον φτωχό, τον αδύναμο, τον καραβοτσακισμένο της ζωής, τις μοναχικές κι απροστάτευτες κοπέλλες, τα κορίτσια που βγαίνουν τώρα στη κοινωνία και που καλείται ο Άγιος επειγόντως να τα προστατεύσει από κάθε κακό κι επιβουλή (οι γονείς πρέπει να τον επικαλούνται ιδιαιτέρως, πιστεύω, για τα κορίτσια τους), τον αδικημένο, τους ανθρώπους που έχουν δίκες, τους ναυτικούς μας, τα παιδάκια, τους μοναχικούς ανθρώπους… Και για τί δεν είναι ο Άη Νικόλας μας… Και για ποιόν δεν είναι;…
Είναι κάποιοι Άγιοι που στη συνείδηση του λαού, τους νοιώθουμε σαν στρατηγούς, μεγάλους, τρανούς και δυνατούς: Άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας Αυτοκράτοράς μας, Αη Δημήτρης και Άη Γιώργης – τα γενναία μας αρχοντόπουλα, Άη Μηνάς – ο κραταιός στρατηγός πάνω στο λευκό του άτι, και μαζί τους και ο Άη Νικόλας ο σεβάσμιος και ασκητικός αλλά ατρόμητος και γενναίος Επίσκοπος, και πολλοί πολλοί άλλοι.
Να έχουμε την ευχή του και το προστατευτικό χέρι του γιατί έρχονται δύσκολα.
Καλά Χριστούγεννα, κυρία Φιλοθέη! Καλά κι ευλογημένα να είναι όλα σας τα Χριστούγεννα, εσάς και των αγαπημένων σας.
Σπουδαίος καί τόσο αγαπητός σέ όλους τούς Ορθοδόξους ο Άγιος Νικόλαος Επίσκοπος Μύρων της Λυκίας καί Θαυματουργός!
Νά έχουμε τήν ευχή του καί τήν προστασία του όλοι οι Ορθόδοξοι.
Εύγε σου καλή μας Μαριγώ, που έκανες αυτήν τήν τόσο διδακτική πρός όλους επιλογή της αναρτήσεως αυτής καί τίς πιό θερμές μας ευχαριστίες!
Ο Άγιος νά σέ σκέπει καί νά σέ χαριτώνει.